Όσο υπάρχουν άνθρωποι… εγώ πάντα θα επιστρέφω

Image

Η ομάδα που αγαπάμε, ο Απόλλωνας είναι εδώ, στην Α΄ εθνική, 13 χρόνια μετά την τελευταία του παρουσία. Επιστρέψαμε, βρήκαμε την Ιθάκη μας, είμαστε στο φυσικό μας χώρο, πολλά τέτοια ειπώθηκαν, γράφτηκαν και θα γραφτούν. Όμως ποιοι είμαστε τελικά εμείς που επιστρέψαμε; Ποιος είναι ο Απόλλωνας μας, τι χαρακτήρα και προσωπικότητα έχει και θα διαμορφώσει, μπορεί, αξίζει και θα τα καταφέρει να βρίσκεται εδώ και πώς;

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Κάποιοι πρωτογνωρίζουν ένα 6 χρονο παιδί, τον Απόλλωνα. Μικρός, έξυπνος και σκανταλιάρης, από καλή οικογένεια με πλούσιο μπαμπά, αγνοεί ακόμα τον κόσμο γύρω του, αν και έχει αρχίσει να πονηρεύεται. Δεν ξέρει τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, καμαρώνει για τον μπαμπά του, αλλά δεν ξέρει ότι οι πρόγονοι του ήταν φτωχοί άνθρωποι, με τα χίλια ζόρια ήρθαν στην πατρίδα και στήσανε το σπιτικό τους, ξεριζωμένοι από τόπο μακρινό. Βλέπει κόσμο να μπαινοβγαίνει στο σπίτι, αποκτά νέους φίλους, και οι φίλοι οι παλιοί της οικογένειας αναρωτιούνται αν ο μικρός Απόλλωνας θα μεγαλώσει σε καλά χέρια για να έχει λαμπρό μέλλον ή στη γωνία τον περιμένουν απρόσμενα και αναποδιές;

Άλλοι βλέπουν έναν νέο που παλεύει ν΄ανοίξει τα φτερά του, να βγει στη ζωή αλλά δεν ξέρει πώς. Ξεκίνησε πριν από 6 χρόνια να κατακτήσει τα όνειρα του, είναι άπειρος και ενθουσιώδης, παρορμητικός με λάθη και μαθαίνει γρήγορα. Συντηρείται δυστυχώς από έναν άνθρωπο, δεν είναι ανεξάρτητος, δεν πατάει γερά στα πόδια του και αυτό τον κάνει πολύ ευάλωτο και ανασφαλή. Οι φίλοι του είναι λίγοι και αφοσιωμένοι, τον αγαπάνε πολύ αλλά αναρωτιούνται τι δρόμο θ΄ακολουθήσει στη ζωή του και αν θα τα καταφέρει να ωριμάσει και ν΄αποφύγει τις κακές παρέες. Όπλο του η νιότη, η αισιοδοξία και η φιλοδοξία, στήριγμα οι πιστοί φίλοι, όμως αν στη νιότη σε βρουν δυσκολίες και εμπόδια, εύκολα απογοητεύεσαι και γρήγορα χάνονται οι φίλοι.

Μήπως όμως δεν είναι έφηβος αλλά ένας μεσήλικας που γύρισε από τα ξένα, χαμένος χρόνια από την πατρίδα; Το ρομαντικό παιδί που έκανε δειλά τα πρώτα του βήματα, σκλήρυνε, άλλαξε, δοκίμασε πίκρες και δυσκολίες , πλην όμως τα κατάφερε να γυρίσει στην πατρίδα του επιτυχημένος. Γύρισε ο Απόλλωνας είπαν αμέσως οι πατριώτες του.Κι΄έπιασαν αμέσως το κουτσομπολιό, κι΄ άρχισαν ν΄αναρωτιούνται αν θα τα καταφέρει να μείνει εδώ, άλλος είπε «αυτός λείπει χρόνια», μπα είπε άλλος με κακία, «αυτοί οι ξενιτεμένοι δεν αντέχουνε, δεν τους σηκώνει πια το κλίμα, μόλις περάσει χρόνος τα παρατάνε και ξανά πίσω στα ξένα».

Κάποιος άλλος είδε στον Απόλλωνα έναν ηλικιωμένο. Επέστρεψε να πεθάνει στην πατρίδα, είπε. Τώρα που γνώρισε όλο τον κόσμο, μέρη απίθανα και παράξενα, οροπέδια απόμακρα και θάλασσες αλαργινές, αφού μάζεψε όλα του τα υπάρχοντα και όσες δυνάμεις του απέμειναν, επιστρέφει ήσυχα και ήρεμα περιμένοντας το μοιραίο εκεί στην πόλη του, εκεί που έκανε τα πρώτα του όνειρα νέος. Πλούτη μάζεψε πολλά στη διαδρομή, μα και δυστυχίες μεγάλες τον βρήκανε και τώρα θ΄απολαύσει όση ζωή του μένει, νοσταλγώντας την εποχή της νιότης και της δύναμης.

Σας είπα ποιόν είδαν οι άλλοι, αλλά δεν σας είπα ποιόν είδα εγώ μόλις μου πρόλαβαν τα νέα ότι επέστρεψε ο Απόλλωνας. Κατέβηκα με λαχτάρα στο λιμάνι, και αυτό που είδα δεν το κατάλαβα καλά.
Είδα έναν υπερήλικο σοφό γέροντα να κάθεται σκεπτικός στην αποβάθρα, 122 χρόνια μου είπε κουβαλάω στην πλάτη μου, κι΄ακόμα αντέχω. Ξέρεις όμως τι με κρατάει ακόμα στη ζωή; Είμαι ακόμα ένα παιδί ξέγνοιαστο που κάνει όνειρα, ένας φιλόδοξος νέος που δοκιμάζει τις πρώτες επιτυχίες και αποτυχίες, ένας μεσήλικας που πέτυχε αλλά δεν ξέχασε από πού ξεκίνησε και πόσο εύκολα η ζωή στα γυρίζει τούμπα, ένας ηλικιωμένος που έζησε την ζωή του με τις πίκρες, τα βάσανα και τις χαρές της και τη ρούφηξε μέχρι το μεδούλι.

«Και τώρα Απόλλωνα τι σκοπεύεις να κάνεις»; τον ρώτησα ανυπόμονα κι΄απαιτητικά. Γύρισε προς το μέρος μου, μου χαμογέλασε αινιγματικά και μου είπε:

«Μείνε μαζί μου και θα δεις. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα με περιμένουν στο λιμάνι, εγώ πάντα θα επιστρέφω». Τα λόγια του ήχησαν παράξενα στ΄αυτιά μου, υπόσχεση και απειλή μαζί.
Γύρισα να τον κοιτάξω και ο γέροντας δεν ήταν πια εκεί, ένας έφηβος, όμορφος σα Θεός, λουσμένος στο φως, καθόταν στη θέση του και μονολογούσε:

«Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα με περιμένουν στο λιμάνι, εγώ πάντα θα επιστρέφω»

Του giorgos_pefki

Comments are closed.